Διαφημίσεις

Google
 

Από τη νέα Διεύθυνση

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριακή, Απριλίου 30, 2006

Ανεφικτολογίες


Η επαφή μου με αυτό που σήμερα αποκαλούμε 'κόμικ' ξεκίνησε στην ηλικία των έξη. Συμπτωματικά εκείνη τη χρονιά άρχισε να εκδίδεται και το περιοδικό Μίκυ Μάους, που έγινε γρήγορα το αγαπημένο εικονογραφημένο της παιδικής μου ηλικίας. Είχαν προηγηθεί τα Μικρά Κλασσικά, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα και λίγα τεύχη του Γέλιο και Χαρά, αλλά δεν τα συνυπολογίζω γιατί τα δύο πρώτα δεν τα θεωρώ κόμικ και το τρίτο ήταν τεύχη φίλων και ποτέ δικών μου.
Έπιασα να συλλέγω Μίκυ Μάους από το τεύχος 20 και σταμάτησα κάπου μετά το 350 χωρίς να έχω χάσει τίποτα ενδιάμεσα. Μιλάμε για 6-7 χρόνια δηλαδή. Στην διαδρομή προστέθηκαν κι άλλα περιοδικά (Μεγάλο Μίκυ, Κλασσικά Ντίσνεϊ,κλπ) αλλά ο κύριος όγκος της συλλογής παρέμενε αυτός.

Κάποια στιγμή στην αρχή της εφηβείας με κατέλαβε μια ανεξήγητη παρόρμηση να σταματήσω. Υποθέτω ότι οι συνομήλικοι με κορόιδευαν ή κάτι τέτοιο. Υπό το βάρος αυτής της εξωτερικά επιβεβλημένης ενηλικίωσης, κι ακολουθώντας πιστά τον χαρακτήρα μου ,που πάντα μου επιφυλάσσει ακραίες εκδηλώσεις, βρέθηκα να καλώ τους μικρότερους της γειτονιάς και με απλόχερη (κι ηλίθια) γενναιοδωρία τους μοίρασα όλη τη συλλογή μου! Γρήγορα το μετάνιωσα αλλά ήταν αργά.

Από τις ιστορίες του Μίκυ αυτές που μου έκαναν περισσότερη εντύπωση ήταν όσες αναφέρονταν σε άλλες εποχές ή άλλους τόπους. Ένοιωθα τότε την ανέφικτη επιθυμία να βρεθώ 'εκεί', όχι στο πραγματικό ή ιστορικό αντίστοιχο, αλλά σ' αυτό τον χάρτινο κόσμο, με τα ζωηρά χρώματα, την περιπέτεια-παιγνίδι και την αιώνια στασιμότητα των ηλικιών των χαρακτήρων. Θυμάμαι φορές που αυτή η επιθυμία έπαιρνε χαρακτήρα παροξυσμού και το ότι δεν μπορούσα να την πραγματώσω με γέμιζε μια βαρεία και καθόλου παιδική θλίψη.

Με την εφηβεία γρήγορα 'ξέχασα' καθώς νέα θέματα κατέλαβαν την κορυφή της ατζέντας των επιδιώξεων: το άλλο φύλλο, τι θα σπουδάσω, πολιτική, μουσική κτλ. Κοντολογίς, τίποτε διαφορετικό από τους άλλους της γενιάς μου. Και περιέπεσε στη λήθη μέχρι...

Σήμερα ξεφύλλιζα το βιβλίο του Μοντιλιάνι που μοίραζε η Σαββατιάτικη Ημερησία και στο αντίκρυσμα αυτών των λαμπερών και προ πολλού χαμένων προσώπων ένοιωσα πάλι μια θλίψη, γλυκιά κι υπόγεια. Στην αρχή την πήρα για αισθητική συγκίνηση, μέχρι που συνειρμικά, σχεδόν ψυχαναλυτικά, ξεπήδησε στο μυαλό μου η ανάμνηση της παλιάς παιδικής μελαγχολίας που γεννούσε η επιθυμία του ανέφικτου. Κατάλαβα ότι η θλίψη μου προερχόταν από την κρυφή λαχτάρα να εισδύσω στο χαρτί, να δω τους χαρακτήρες του 'Μόντι' να ζωντανεύουν (με τη γεωμετρία και τα χρώματα του ζωγράφου), να 'ναι ένας κόσμος βουβός όπου οι εικόνες θα μιλάνε από μόνες τους, κι εγώ θα 'χω σώμα από λάδια κι ακρυλικά.

Άθλιος ψυχισμός! Κι όμως αυτός με συνέχει, καταλαβαίνω τώρα. Η κινητήρια δύναμη της ζωής μου είναι η επιδίωξη του ανέφικτου κι η ταυτόχρονη επίγνωση της ματαιότητάς της.

Αλλά, σκέφτομαι, αυτή δεν είναι η κινητήρια δύναμη της δημιουργίας γενικά; Δεν υπάρχει πραγμάτωση ονείρου που να ανταποκρίνεται στο αρχικό σχέδιο. Η πορεία απλώς γεννά παράπλευρες δημιουργίες, κάποιες ασύλληπτα θαυμαστές, κάποιες απλώς χρήσιμες.
Συμφιλιώνομαι με τον εαυτό μου καθώς θυμάμαι τον Σαίξπηρ:We are from the staff that dreams are made και συνεχίζω τραγουδώντας:


Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής,
των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων

Η Αλεπού κι ο Μικρός Πρίγκηπας

Προχτές εγκαινίασα μια ταχτική link blog με τον ΔύονταΑνατέλλοντα.
Το Link Blog είναι λίγο σαν την ταχτική του Πάουντ και του Έλιοτ στην ποίηση: ενσωμάτωση ξένων στίχων μέσα στο ποίημα έτσι που να αποτελούν οργανικό μέρος του.

Τι πάει να πει ξένων όμως; Σαν να λέμε τα κύτταρά μας πρέπει να χτίζονται μόνο από υλικά δικά μας. Και που θα τα βρούμε. Είμαστε ότι προσλαμβάνουμε με την ειδοποιό διαφορά ότι οι προσλήψεις μας συντάσσονται σε ένα ξεχωριστό σχήμα. Ότι συναντάμε και συμφωνούμε είτε αισθητικά είτε σαν άποψη, είναι μέρος του εαυτού μας και τον εκφράζει. Και στο βασίλειο της διασύνδεσης που λέγεται ίντερνετ, ένας λόγος παραπάνω.
Γι αυτό και τούτο το Link στην αλεπού που δημοσίευσε ένα υπέροχο απόσπασμα από τον μικρό πρίγκηπα.

Παρασκευή, Απριλίου 28, 2006

Ο Δυων Ανατελλων: Βρέθηκε ο τάφος του Μεγαλέξαντρου!!!!

Θυμήθηκα την άλλη ιστορία στην Αίγυπτο με τον τάφο του Αλέξανδρου. Μόνο που εκείνη ήταν για να μας γελάσουν ενώ αυτή για να γελάσουμε.

Δύων Ανατέλλων merci bien.

Η Όγδοη Ιστορία

Karen Dinesen
Στο μέσο της διαδρομής Κοπεγχάγη Ελσινόρη, το τραίνο σταματάει στην περιοχή με το δυσπρόφερτο στους μεσόγειους όνομα Ρούνγκστελουντ. Από το 1991 και μετά πολλοί τουρίστες κατεβαίνουν εδώ, πριν ή αφού επισκεφτούν το θρυλούμενο κάστρο του πρίγκηπα Άμλετ στην Ελσινόρη, στο Άκρο της Ζελάνδης. Αιτία της προσέλευσής τους είναι μια μικρή κι απλή έπαυλη όπου γεννήθηκε κι έζησε μεγάλο μέρος της ζωής της μια αλλιώτικη γυναίκα.
Η δική μου επίσκεψη το 1992 ήταν καθόλα συμπτωματική καθώς αγνοούσα παντελώς την υπάρξή της και τη σημασία της μέχρι τη στιγμή που την είδα σε κάποιο τουριστικό οδηγό στην Κοπεγχάγη. Κι ήταν μόνο ένα χρόνο μετά αφότου έγινε μουσείο.

Από την περιήγησή μου στην έπαυλη λίγα πράγματα έχω κρατήσει στη μνήμη: την απλότητα στη διακόσμηση, την χαρακτηριστική αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε νοτιότερο γεωγραφικό πλάτος, κάποια έπιπλα αφρικάνικης προέλευσης και λίγους πίνακες με πρόσωπα νέγρων που είχε σχεδιάσει η ίδια η ιδιοκτήτρια.
Το οίκημα είναι το επίκεντρο ενός μεγάλου κτήματος 40 περίπου εκταρίων, με κήπους, λοφίσκους και δέντρα. Μονοπάτια επιμελώς καθαρά οδηγούν προμελετημένα τον επισκέπτη στον περίπατό του ενώ παγκάκια με ονόματα των συγγενών και οικείων της παλαιάς οικοδέσποινας, προσφέρουν συχνές ευκαιρίες να ξαποστάσει κανείς.
Το καλοκαίρι, που ο καιρός είναι καλός, το τοπίο έχει ένα ειδυλλιακό χαρακτήρα. Και η θάλασσα του στενού του Όρεσουντ, καθώς κι η απέναντι Σουηδία, τραβάνε συχνά το βλέμμα, ειδικά όταν περπατάει κανείς πάνω στους λοφίσκους.
Στους πρόποδες του λόφου Έβαλντ, που έχει πάρει το όνομά του από ένα παλιό Δανό ποιήτη, ο επισκέπτης συναντά, μάλλον απρόσμενα, μια μεγάλη πέτρινη πλάκα, ακουμπισμένη πάνω στο χορτάρι
σαν μεγάλη πετσέτα στρωμένη για γεύμα στην εξοχή,
σαν κουβέρτα απλωμένη για απογευματινό ύπνο,
σαν χαλί προσευχής,
σαν πόρτα προς ένα μυστικό κόσμο στα έγκατα της γης,
σαν καπάκι ενός κρυμμένου θησαυρού,
σαν ξεχασμένο κορμί που πέτρωσε,
σαν μοναξιά που προσμένει,
σαν τεράστιο ίχνος αποδημητικού,
σαν αγνάντεμα,
σαν μια κυρία...

Είναι ο τάφος της Κάρεν Μπλίξεν.
Ο τάφος της Κάρεν Μπλίξεν
Σ' όλα όσα ήξερα κι έμαθα γι αυτή τη γυναίκα, αυτός ο τάφος είναι η επιτομή. Επιτομή που σημιοδοτούν η θέση (κάτω από το μεγάλο δέντρο), η απλότητα (προοίμιο μεγαλείου), η ταπεινότητα (που μόνο τα μεγάλα πνεύματα αποζητούν), η γήινη επαφή (σαν άγκυρα στο πραγματικό) κι η καθολική αίσθηση ότι σ' αυτόν τον τάφο κάτι ζει έντονα.
Θυμάμαι ότι πλησιάζοντας στον τάφο, σχεδόν έβλεπα την Κάρεν Μπλίξεν, σ' ένα απογευματινό περίπατο να στέκεται κει (ήταν τ' αγαπημενο της σημείο), να γέρνει στο χορτάρι και να ατενίζει το 'Ορεσουντ με μάτια γυάλινα, γιατί τα μάτια που βλέπανε είχαν μείνει πίσω στην Κένυα. Όπως κι ο εραστής της, ο άντρας αυτής της χαμένης γενιάς του πρώτου παγκοσμίου που για χάρη του έγινε Σεχραζάτ.
Την έβλεπα να κινεί τα χείλη σε μια ακόμα ιστορία που μεθοδικά έπλαθε με το μυαλό, σαν μέλισσα την ώρα της παραγωγής μελιού, του μελιού που μόνο πάνω του μπορούσε να κολλήσει ο Ντένις Φίντς Χάτον, ο τυχοδιώκτης κυνηγός και πιλότος που για χάρη του η Κάρεν απαρνήθηκε μέχρι και τη μητρική της γλώσσα κι έγραψε τα μεγάλα έργα της στα Αγγλικά.

Την έβλεπα τέλος να κουράζεται, να κλείνει τα μάτια και να ξαπλώνει, παλεύοντας το παλιό αφροδίσιο που της είχε κληροδοτήσει ο σύζυγός της, και ν' αφουγκράζεται τη γη, το νυφικό και νεκροκρέββατό της.

Το κτήμα κατ' απαίτηση της Μπλίξεν είναι καταφύγιο αποδημητικών πουλιών. Και δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία. Γιατί κι η ζωή της ήταν μια και μοναδική μεγάλη αποδημία προς τα ζεστά κλίματα της Κένιας, όπου ακολούθησε τον σύζυγό της σε μια καταδικασμένη απόπειρα να γίνουν κτηματίες.

Κι όταν ο καιρός 'παραζέστανε' στην Κένυα, το 1931, όταν ο Ντένις Φιντς Χάτον ήταν νεκρός (σκοτώθηκε πέφτοντας με το αεροπλάνο του), όταν είχε καταστραφεί πιά οικονομικά, αποφάσισε να γυρίσει. Να στείλει το σώμα της out of Africa, αλλά να αφήσει για πάντα εκεί την ερωτευμένη ψυχή της, και να γράψει για να βιοποριστεί, γιατί κατά τ' άλλα θεωρούσε αταίριαστο να 'ναι μια γυναίκα συγγραφέας. Το φως της δημοσιότητας είναι 'σκληρό', έλεγε, και δεν κολακεύει μια γυναίκα...

Εκτός από την ταινία του '85 με την Μέρυλ Στρηπ και τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, η μόνη άλλη γνωριμία που είχα με την Μπλίξεν ήταν το πρώτο της βιβλίο, οι Επτά Γοτθικές Ιστορίες, το οποίο θεωρώ διδακτικό εγχειρίδιο του στυλ. Τις εικόνες του βιβλίου είχα στο μυαλό μου κι όχι τις εικόνες της ταινίας, όμως στο Ρούνγκστελουντ, στο γοτθικό βορρά είναι η Αφρική που νικάει. Η 'αληθινή' Αφρική κι όχι η 'ονειρική' Ευρώπη, η Αφρική που μέχρι την τελευταία της πνοή, κατείχε το μυαλό της.

Η Μπλίξεν είχε μυαλό γυναίκας. Δεν είναι προφανές αυτό. Οι περισσότερες γυναίκες έχουν σώμα γυναίκας κι ένα μυαλό που το ακολουθεί. Στην περίπτωση της Μπλίξεν τα πράγματα ήταν αντίστροφα: το σώμα της έτρεχε πάντα πίσω από το μυαλό της, το μυαλό της σκεφτόταν γυναικεία, περίπλοκα με μαίανδρους και δαιδάλους, με συνάφειες και συγγένειες, με κρυφές αποτιμήσεις κι αποστροφές. Κι όπως το μυαλό της ύφαινε συνεχώς ιστορίες, πλέκοντας και ξεπλέκοντας συνεχώς το κουβάρι των αναμνήσεών της, έτσι κι η ζωή της ακολούθησε κι έγινε κι αυτή μια Ιστορία. Μια ιστορία με δράματα (πατέρα που αυτοκτονεί, πρώτο έρωτα που την απαρνίεται, σύζυγο δίδυμο αδελφό του πρώτου έρωτά της, εραστή που σκοτώνεται), με αποδημίες και επιστροφές, με αρρώστια και μοναξιά (τριανταένα χρόνια έμεινε μόνη στο Ρούνγκστελουντ), με το κληρονομημένο όνομα Μπλίξεν και τον τίτλο της βαρώνης που συνεπαγόταν, μια ακόμα γοτθικη ιστορία: η Όγδοη.
Karen Blixen

Τετάρτη, Απριλίου 26, 2006

Στον padrazo

 Lighting strikes twice twice, by polo_xc @ flickr


Για να μη νομίζεις ότι δεν σε κατάλαβα, σου αφιερώνω αυτό το ποίημα γραμμένο πριν έξι χρόνια







Είναι μια γεύση ήττας που σου πικρίζει το στόμα
Χτες ήταν αλλιώς.
Τώρα όμως έχεις ξυπνήσει σε μιαν άλλη μέρα
Τυφώνας ξέφυγε από τα στήθη σου και σάρωσε τη ζωή σου.
Κι όλα έχουν αλλάξει:
οι φίλοι σου,
η γυναίκα σου,
ο κόσμος,
τα σταθερά και τ’ αναλλοίωτα,
όλα έχουν αλλάξει
"Τι να συνέβη;" Αναρωτιέσαι
Κι είσαι εσύ ο κεραυνός κι ο κεραυνοβολημένος


Τρίτη, Απριλίου 25, 2006

Για όλα υπάρχει λύση...

Να ένας ελεύθερος δικαιωμάτων Modigliani από το flickr.com, χάρι στην _Slow_
Seated Nude,Amadeo Modigliani
Κι άλλος ένας
Reclining Nude, Amedeo Modigliani

Δευτέρα, Απριλίου 24, 2006

Απολογία αφελούς

Που πας ρε Καραμήτρο;

Παιδιά ο πολύς ενθουσιασμός βλάπτει. Κι ο δικός μου για το blogging μ' έβλαψε ήδη (αλήθεια βλάπτω και βλάκας σχετίζονται;).
Προσπαθώντας να πλαισιώσω τα κειμενάκια μου με εικόνες που να παραπέμπουν, σχολιάζουν, αναδεικνύουν κτλ το κείμενο έκανα χρήση συνδέσμων (image links) σε εικόνες αναρτημένες σε site τρίτων.
Σήμερα, διαβάζοντας τις οδηγίες προς ναυτιλομένους του blogger.com είδα ότι κάτι τέτοιο ενέχει κινδύνους παραβίασης πνευματικών δικαιωμάτων. Δεν το πολυπίστεψα γιατί αν το linking είναι παράνομο, τότε όλο το internet είναι μια παρανομία.
Αλλά...
Υπάρχει αυτό το αναθεματισμένο αλλά πάντα.
Έψαξα λίγο το θέμα και βρήκα αυτό το πολύ καλό κείμενο που εξηγεί το γιατί.
Εν ολίγοις, ενώ μπορεί να κάνει κανείς ελεύθερα συνδέσμους σε σελίδες, δεν ισχύει το ίδιο με τις εικόνες.
Κατόπιν τούτου έστειλα μερικά μηνύματα στις ιστοσελίδες που έκανα link ζητώντας την άδειά τους να συνεχίσω να διατηρώ τους συνδέσμους, εξηγώντας ότι προκειται για ένα απλό blog χωρίς κανενός είδους τωρινή ή μελλοντική εμπορική δραστηριότητα (διαφήμιση κτλ).
Μέσα σε λίγες ώρες έλαβα την πρώτη αρνητική απάντηση. Μου ζήτησαν να αφαιρέσω αμέσως την εικόνα (συγκεκριμένα το πορτραίτο της Αλίκης) στο post ΗΑλίκη στη Χώρα των χρωμάτων, όπερ και έπραξα. Θεωρώ βέβαια αδικαιολόγητα αυστηρό το αίτημα αλλά είναι δικαίωμά τους και δεν μπορώ να πω ή κάνω τίποτα.

Τώρα θα σκέφτεστε: "Τι ηλίθιος! Ποιός θα τον έπαιρνε είδηση;"
Φευ τοις ηττημένοις. Επειδή συμβαίνει το επάγγελμά μου να έχει σχέση με το Internet ξέρω ότι κάτι τέτοιο ένας web administrator μπορεί ευκολώτατα να εντοπίσει κοιτάζοντας τα logs του web server του.

Αλλά δεν είναι μόνο ο φόβος των Ιουδαίων. Είναι κι ένα αίσθημα δικαίου που επιβάλει την στάση μου: σέβομαι την πνευματική περιουσία των άλλων γιατί θέλω να σέβονται την δικιά μου.

Και τώρα τι γίνεται; Αναμένω και τις άλλες απαντήσεις και θα 'μαι προσεκτικώτερος στο μέλλον.

Για τ' άλλα post μου ούτε περίμενα ούτε απαιτούσα να ακούσω γνώμες. Γι αυτό εδώ, καθότι είναι τρόπον τινά συνδικαλιστικό θέμα των bloggers θα το επιθυμούσα σφόδρα.



Παρασκευή, Απριλίου 21, 2006

Αντιαναστάσιμα

Το δηλώνω ευθαρσώς: προτιμώ τον Επιτάφιο από την Ανάσταση.

Δεν έχει κανένα συμβολισμό η δήλωση, ούτε όψιμο αντιχριστιανισμό. Είναι θέμα αισθητικής.


Οι πρωτοχρονιές στο δυτικό κόσμο, μια μη θρησκευτική γιορτή, μοιάζουν πολύ με τη δική μας ανάσταση: μεγάλα πλήθη, συσκότιση , η αναμονή της δεδομένης στιγμής κι ύστερα εναγκαλισμοί και φιλιά, ευχές και γλώσσες φωτιάς, αναστημένες ακοές πολέμων, κλάματα παιδιών και ερυθροκίτρινος καπνός.

Στην περίπτωση του Πάσχα προστίθενται κάτι αναιμικά 'Χριστός Ανέστη', κάτι κεριά που τα σβήνει ο άνεμος και βήμα γρήγορο προς ένα τραπέζι υπερφορτωμένο, δίπλα σε τηλεόραση που 'λάμπει' σκυλίσια (λέγε με λαϊκό τραγούδι).


Ναι ρε παιδί μου, δεν τα μπορώ τα κουστούμια και τα σατέν που ανταλλάσσουν αναστάσιμα φιλιά (αλήθεια από τον Ιούδα κατάγεται το έθιμο;). Δεν τα μπορώ τα σκαρπίνια και τη γόβα στιλέτο που βηματίζουν καλαματιανό, και τις γραβάτες που ξεδένονται για να χυθούν σαπιοκοιλιές σ' ένα βαρύ ζεμπέκικο. Δεν τη μπορώ τη μεταμόρφωση κάθε υποψίας κήπου σε Βλάχικα Βάρης Κορωπίου και την 'φρενήρη' αγάπη της εξοχής που οδηγεί χιλιάδες στους δρόμους (την εξοχή ή το εξοχικό άραγε να κατηγορήσουμε;).


Εξ άλλου δεν είναι δυσεύρετα όλα αυτά. Μια ψησταριά είν' η Ελλάδα.


Και την επιστροφή δεν τη μπορώ, που ξανασβήνει μια πόλη-για-ένα-διήμερο-ανθρώπινη μ' όσους ξεμείναν να ψελίζουνε 'Ανάσταση'.


Ενω...


O Επιτάφιος έχει βιολέτες που διακριτικά μηνύουνε την άνοιξη. Έχει μια ησυχία που επιτρέπει ν' ακούς λίγη από την βραδινή δροσιά να ψάλλει: Ω γλυκύ μου έαρ, δεν έδυ σου το κάλλος.

Τώρα αναδύεται σαν άρωμα. Τώρα περνάει στους δρόμους διακριτικά και ρένεται με μύρα, μικρή ανταπόδοση στα μύρα που γεννά. Τώρα ηχεί σαν έρωτας στα κοριτσίσια μάτια που χαμηλοβλέπουν μέσα από φως λαμπάδας εκείνο το λαμπρό παλικαράκι που αντιμηδιά και χαίρει.

Κι ύστερα είναι κείνο τ' αεράκι που γαργαλάει τους ώμους και κάνει να τυλίγεται κανείς σφιχτά ότι έχει πρόχειρο: το ώμο π' αγαπά ή το πουλόβερ.

Κι αν είσ' εκτός των τειχών, τότε ατενίζεις από μακρυά την πομπή, μικρό αστερισμό, να έρπει μέσα σε ασπρόσπιτα ή πετρόχτιστα ή μόνο μες τα πράσινα τρυφερά χορτάρια. Κι είναι σα γάμος ουρανού και γης. Κι ελεύθερα βγαίνει ο αναστεναγμός σαν αλληλούϊα.









Πέμπτη, Απριλίου 20, 2006

Μμημόσυνο

Αυτά που δεν προλάβαμε πατέρα

να πούμε όσο ζούσες θα τιμήσω.

Λόγια απλά, λησμονημένα.

Πολύτιμα σαν μόνα μείναν πίσω.


Πως θα σε σβήσει μια σκιά που βρήκαν

στον πνεύμονα κι αλλού δε σου 'χα πει,

Κι από τα λόγια που φωνή δε βρήκαν

πονάει τούτο πιο πολύ:


Πως είμαι γυιός σου και σ' αγάπησα πατέρα

Και να στο πω δε θα 'ρθει πια στιγμή.


Στις 20/4/1993,το πρωί, ο πατέρας μου (με λίγο δέρμα και κόκκαλα πια για σώμα) υπέκυψε στην επάρατο.

Τρίτη, Απριλίου 18, 2006

Η Αλίκη στη Χώρα των Χρωμάτων


Προς το τέλος της εφηβείας μου, όταν είχαν αρχίσει κάποιες νεόκοπες αισθητικές ευαισθησίες να καθοδηγούν τις επιλογές μου, είχα αγοράσει για το δωμάτιό μου δυο πόστερ αντίγραφα γνωστών πινάκων.

Το ένα ήταν η Γκερνίκα του Πικάσο, σύμβολο αντιφασιστικού αγώνα και πολύ της μόδας τότε.

Το άλλο δεν ήταν τόσο διάσημο. Επρόκειτο για την Αλίκη (Alice) του Modigliani.

Ένα κοριτσάκι με μακρυά ίσια μαλλιά, ντυμένο στα γαλάζια που κοιτάζει μετωπικά τον παρατηρητή.

Δεν θυμάμαι πια τι είχε υπαγορεύσει αυτήν την επιλογή. Τον Modigliani δεν τον γνώριζα ή, αν τον γνώριζα, θα ήταν από αναφορές σε κάποιο βιβλίο κι όχι από τους πίνακές του.

Ο πίνακας όμως μ' άρεσε κι εκ των υστέρων διαπιστώνω ότι αυτή η επιλογή ήταν πιο γνήσια κι αφορούσε τι πραγματικά άρεσε σε μένα κι όχι τι είχε πολιτική πέραση, όπως η Γκερνίκα.


Η Αλίκη έμεινε στο δωμάτιο μου για πολλά χρόνια. Είχε γίνει τμήμα του τοίχου. Στην αρχή την πρόσεχα που και που. Όταν μάλιστα διάβασα την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, του Λιούις Κάρολ, είχα υποσυνείδητα ταυτίσει τις δυο Αλίκες. Το γαλάζιο φόρεμα συντελούσε στην ταύτιση γιατί έτσι είχε ντύσει κι ο Ντίσνεϊ την δική του Αλίκη κι ο χρωματικός συνειρμός έδρασε υπόγεια.


Όμως κι αυτό το ενδιαφέρον έδωσε τόπο στην ισοπεδωτική συνήθεια κι έτσι η Αλίκη πέρασε το βασίλειο των ορατών αοράτων, όπως τα περισσότερα πράγματα που μας περιβάλλουν.


Χρόνια μετά, όταν το ενδιαφέρον μου και οι οικονομικές μου δυνατότητες είχαν μεταβληθεί, αποφάσισα ένα καλοκαίρι να επισκεφτώ την Ισλανδία, κόντρα στο ελληνικό έθιμο που επιβάλλει νησί και ξεροψήσιμο στον ήλιο. Στο πρόσωπο δυο φίλων είχα βρει πρόθυμους συνταξιδιώτες κι οι προετοιμασίες είχαν προχωρήσει έως και το κλείσιμο των αεροπορικών εισιτηρίων, όταν οι άλλοι δυο, για διαφορετικούς κι ανεξάρτητους λόγους, αναγκάστηκαν να ματαιώσουν.

Είχα μείνει μόνος, με διπλό δίλημμα: τι να κάνω το εισιτήριο αφενός και πως να περάσω τις καλοκαιρινές διακοπές αφετέρου. Σε μια έκρηξη πείσματος αποφάσισα να ταξιδέψω μόνος. Όχι όμως προς τον αρχικό προορισμό αλλά κάπου στη μέση, στην Κοπεγχάγη, όπου έτσι κι αλλιώς θα σταματούσα στο δρόμο για την Ισλανδία.


Βρέθηκα λοιπόν μονλαχος να έχω να γεμίσω δέκα ολόκληρες μέρες σε μια πόλη που δεν ήξερα κανέναν και τίποτα.


Σε μια από τις περιπλανήσεις στα διάφορα μουσεία της πόλης που διενεργούσα με επιμέλεια, όχι τόσο από καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, όσο από την ανάγκη να νικήσω την πλήξη, βρέθηκα στην Εθνική Πινακοθήκη. Περιδιαβαίνοντας την πινακοθήκη μάλλον αδιάφορα, τα βήματά μου μ' έφεραν σε μια μεγάλη αίθουσα όπου και συνάντησα το πρώτο οικείο πρόσωπο σ' αυτήν την πόλη: η Αλίκη του Μοντιλιάνι, όχι πια πόστερ, αλλά 'ζωντανός' πίνακας με κοίταζε από τον απέναντι τοίχο. Ένοιωσα έκπληξη ανάμικτη μ' ευχαρίστηση, μια ζεστασιά πατρίδας στον άξενο βορρά.

Η Αλίκη όμως που έβλεπα και που αναγνώριζα, δεν ήταν η Αλίκη που ήξερα. Το φως που αναδυόταν από τον πίνακα, έκανε το πόστερ μου να μοιάζει καρικατούρα. Ήταν η πρώτη φορά που ένοιωθα ένα έργο τέχνης να αναπνέει, να έχει φυλακισμένη τη ζωή μιας στιγμής και τη στιγμή μιας ζωής.

Κατάλαβα τότε ότι τον Modigliani θα τον αγαπούσα σε βάθος χρόνου.


Εξακολουθούσα παρόλ' αυτά να τον αγνοώ, να αγνοώ όλες τις λεπτομέρειες της ζωής του και την πλειονότητα των έργων του.

Έβλεπα βέβαια από δω κι από κει πορτραίτα του με τους χαρακτηριστικά μακρύς λαιμούς και τ' άδεια αμυγδαλωτά μάτια, κι αναγνώριζα με βεβαιότητα την πατρότητά τους.


Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια, χωρίς ποτέ να κάνω ένα βήμα γνωριμίας παραπάνω.


Έως φέτος το χειμώνα.

Πάλι σε μια ξένη χώρα, Γερμανία αυτή τη φορά, και άλλη αφορμή. Από σύμπτωση είδα ένα βιβλίο για τον Modigliani ψάχνοντας ένα άλλο ζωγράφο, το Έγκον Σήλε.


Το αγόρασα, όπως κι αυτό του Σήλε κι ένα ακόμα για την Ταμάρα Λέμπικα, και με την σοδειά μου αυτή, πέρασα τις μακριές ώρες των πτήσεων της επιστροφής.


Φαίνεται πως κάτι μ' έλκει στους ανθρώπους που ζήσαν μια έντονη και σύντομη ζωή, που ζήσαν ακραία κι ασυμβίβαστα, που ήταν βασικά ξένοι στον καιρό και στον κύκλο τους και που ο κόσμος τους αναγνωρίζει και τους θαυμάζει αφού τους έχει πρώτα τσακίσει. Κι η περίπτωση του Amedeo Modigliani είναι τέτοια.

Στα τριανταέξι σύντομα χρόνια της ζωής του που τα περισσότερα σαν ενήλικος τα έζησε στο Παρίσι, πρόλαβε να ερωτευθεί και να ασωτεύσει, να μισήσει και ν' αγαπηθεί, ν' αρρωστήσει και να τρελάνει άλλους, και προπαντών να ζωγραφίσει, έτσι όπως του υπαγόρευε η δική του αισθητική, κόντρα στα ρεύματα των τότε καιρών που αναποδογύριζαν τα πάντα στο Παρίσι.

Ο Modigliani είναι βασικά 'αντιμοντέρνος' γιατί καταπιάνεται με δύο κατεξοχήν πολεμημένα από τη μοντέρνα τέχνη θέματα: το πορτραίτο και το γυμνό.

Αλλά τι χρωστήρας είναι αυτός! Τι μάτι που διακρίνει το μορφικά κι όχι zψυχολογικά ενδιαφέρον!


Τι σχήμα και τι πλάσιμο! Το πορτραίτο παύει να 'ναι ένα ανθρώπινο θέμα και το γυμνό μια ερωτική φιγούρα. Ο Modigliani ψάχνει τι κρύβει το ανθρώπινο σχήμα. Και τι βρίσκει; Ποιος ξέρει;


Δεν πρόλαβε να μας πει. Τον παίρνει η φυματίωση στις αρχές του 1920. Κι είναι τόσος ο έρωτας που έχει εμπνεύσει αυτός ο μοναχικός και ταλαιπωρημένος άνθρωπος, ο ζωγράφος με το μοναδικό σακάκι, με το Άσματα του Μαλτντορόρ (του Λωτρεαμόν) πάντα στην τσέπη, ο χασισοπότης κι αλκοολικός, ο γυναικάς κι ο μποέμ, που η φίλη του κι ερωμένη του, Ζαν Εμπυτέρν, στην είδηση του θανάτου του, παίρνει τη ζωή της και τη ζωή του παιδιού τους που κυοφορεί και που σε λίγο θα έβλεπε τον κόσμο.


Έτσι μ' ένα σκοτεινό γύρισμα σελίδας, ο κουρελής για τον οποίο ο Πικάσο είχε πει ότι είναι ο μοναδικός άντρας στο Παρίσι που ξέρει να ντύνεται, πέρασε από τη ζωή στη λήθη και τη μνήμη. Λήθη του κόσμου ολοδική του, ψιχία μνήμης για όσους αγαπάμε στους μοναχικούς τη μοναξιά μας.



(Στις φωτογραφίες είναι ο Αμεντέο και η Ζαν, ενώ οι Πίνακες είναι δυο πορτραίτα της Ζαν).

Δευτέρα, Απριλίου 17, 2006

Στο Μετρό

Καθώς κοιτούσα τους συνεπιβάτες, ένα ποίημα γατζώθηκε στο μυαλό μου δίκην αρπακτικού:

Τοπία γυναικείων προσώπων
που τουριστικά φωτογραφίζει το βλέμμα μας.
Πρόσωπα μουσεία περασμένων ερώτων
ή πλανητάρια των επερχόμενων.
Μαυσωλεία των ιδανικών εραστών
που πέρασαν ή δεν ήρθαν ποτέ.
Χαμόγελα χαρακτικά
των χαδιών και των περιπτύξεων
της χτες και της σήμερον.
Καρδιές -ναοί
που άλλοι προσκήνυσαν
κι άλλοι κούρσεψαν
Καρδιές -εκκλησίες
που δεν θα θυμιάσουμε,
κι ακολουθίες με ερωτόλογα
που δεν θα ψάλουμε ποτέ...

Είναι ο καμβάς
της διαδρομής των ενστίχτων μας
κι η μετάληψη
της καθημερινότητας

Σάββατο, Απριλίου 15, 2006

Τρεις έφηβοι

Άκουσα κάποια ιστορία τελευταία, για ένα 17άχρονο που κυνηγάει την πρώτη του ερωτική εμπειρία κι αναπόφευκτα το μυαλό μου γύρισε κάμποσα χρόνια πίσω, στην ίδια ηλικία και στην ίδια θέση.

Raymond Radiguet

Όχι εντελώς ίδια δηλαδή, γιατί ήταν άλλη εποχή κι άλλες συνθήκες.

Πέραν όμως των αυτονόητων, υπήρχε (ίσως) κι άλλη μια διαφορά: Εγώ έζησα αυτή την αναμονή στη σκιά ενός πιο πεπειραμένου, μικρότερου μεν, αλλά πολύ παλιότερου. Κι αυτό γιατί μόλις ένα χρόνο πριν, είχα διαβάσει το βιβλίο του Ραϋμόν Ραντιγκέ “Le Diable Au Corps” κι είχε και σε μένα μπει ο διάβολος μέσα μου. Παραδόξως όχι ο παρεπιδημών τη γενετήσια περιοχή, αλλά ο διάβολος της συγγραφής. Γιατί ο Ραντιγκέ ήταν ένας έφηβος που έζησε το ξεκίνημα του έρωτα αλλά και όλη την υπόλοιπη διαδρομή, σ' ελάχιστο χρόνο. Aρκετό όμως για να την κάνει βιβλίο και να γίνει διάσημος στο μεταπολεμικό Παρίσι τη δεκαετία του '20 και να εξακολουθεί να είναι διάσημος ως σήμερα και ποιος ξέρει πόσο ακόμα.

Nude reading

Το να ζήσεις τόσο πολύ τον έρωτα, τόσο νωρίς, αφήνει μια περίεργη αναπηρία: την αναπηρία της πείρας, που σου κάνει την μετά ζωή γνωστή και βαρετή. Κι Ραϋμόν είχε ήδη πολύ πείρα. Ήταν 'καμένος' από τις καταχρήσεις. Σε μια από κείνες τις μαεστρίες της μοίρας, υπέκυψε στον τύφο, είκοσι μόλις χρονών, και βαλσαμώθηκε στο μαυσωλείο της φήμης με το μόνο βιβλίο που άφησε πίσω του. Κατά τ' άλλα, κάτι σκόρπια ποιήματα κι ένα δεύτερο βιβλίο, αμφισβητούμενο αυτό, γιατί το περιμάζεψε ο Κοκτώ, που μάλλον έκανε κάτι πολύ παραπάνω από απλή επιμέλεια.


Man and Woman making love by Shigenobu

Έτσι λοιπόν ο άλλος έφηβος, εγώ, (γιατί εγώ είναι ένας άλλος, μας λέει ο Ρεμπώ), ονειρευόταν τότε την πρώτη του: φορά και γυναίκα.

Και κατά το παράδειγμα του δασκάλου του, την ονειρευόταν μεγάλη κι έμπειρη. Όχι τόσο μεγάλη όμως, που να γίνεται μάνα του, ούτε τόσο έμπειρη που να θεωρείται 'δεύτερο χέρι'. Κι ονειρευόταν επίσης το πρώτο του βιβλίο. Κι έλεγε μέσα του πως μετά απ' αυτό τίποτα δεν θα τον ενδιαφέρει κι ότι θα μπορούσε ν' αναχωρήσει απ' αυτό τον κόσμο, ακούσια ή εκούσια, και να μπει στο Πάνθεον που τον περίμεναν ο Ραϋμόν κι ο Τζιμ Μόρισον, ο Γκαλουά κι η Τζάνις Τζόπλιν.


Απ' όλα αυτά τα μεγάλα, τα λαμπρά και τα ωραία, συντελέστηκε μόνο ένα: χωρίς φωταψίες και τυμπανοκρουσίες, υπήρξε κάποτε μια πρώτη φορά!

Μα τώρα, το γεγονός που θα 'πρεπε να στοιχειώνει τη μνήμη, διαγκωνίζεται με τις ανεκπλήρωτες ευχές και πόθους που έρχονται δω και σας εξομολογούνται. Γι αυτή την αμαρτία, από τον πρώτο έρωτα, ζητάω άφεση...





Τετάρτη, Απριλίου 12, 2006

Περί blog και άλλων δαιμονίων

Για τους λίγους που δεν το κατάλαβαν, ο τίτλος είναι από το Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές με μια ελαφρά τροποποίηση: αντί για "έρωτος" υπάρχει "blog".
Άκομψη λέξη, ωχριά στη σύγκριση, ειδικά σε τέτοια σύγκριση.

Δεν απέχει όμως σε ουσία. Γιατί το blogging έχει όλα τα χαρακτηριστικά του έρωτα:
Ξεκινάς μ' ενθουσιασμό. Στην περίπτωση του έρωτα, στον άλλο βλέπεις την ενανθρώπηση του αγγελικού. Στο blog την υλοποίηση του 'πνευματικού'.
Στο έρωτα γρήγορα έρχεται η κλινοπάλη. Στο blog η πάλη με το πληκτρολόγιο και την οθόνη.
Και στις δύο περιπτώσεις θέλεις να 'σαι αρεστός: στον άλλο ή στους άλλους αντίστοιχα.
Κι αν θελήσω να τραβήξω την αναλογία παραπέρα, όπως ο έρωτας γρήγορα σβήνει (και μετά έρχεται η αγάπη ή η συνήθεια, διαλέγετε και παίρνετε) έτσι κι η ζέση για ιστογραφίες γίνεται 'άστο-γραφίες' και τέλος αστοχίες.

Δεν είναι όμως αυτή η μοίρα όλων των πραγμάτων, η απροσκάλεστη κι αναπόφευκτη φθορά;

Μετά το blogging τι θα μείνει;
Μα ότι και μετά τον έρωτα. Οι εικόνες λαμπερών στιγμών που ο χρόνος εξιδανικεύει κι η μνήμη εξαϋλώνει.

Ως εδώ το πάρτι όμως. Γιατί σαν το σπαστικό αγνωστικιστή επιστήμονα, που φροντίζει με τη συστηματικότητά του να καταρρίπτει 'αλήθειες' που πιστέψαμε και ,κυρίως, αγαπήσαμε, έτσι και 'γω θα προσπαθήσω να πω τι βλέπω πίσω απ' αυτό το πανηγύρι, παρά την ολογοήμερη επαφή μου με το χώρο. Και σ' αυτό θα δανειστώ τη φωνή του ποιητή (χωρίς να μεταφράσω, κι ο νοών νοείτω).



THE SICK ROSE

O Rose, thou art sick
The invisible worm,
Than flies in the night,
In the howling storm,

Has found out thy bed
Of crimson joy,
And his dark secret love
Does thy life destroy.

William Blake, Songs of Experience

Κάθε επίδοξος ή φτασμένος συγγραφέας έχει στην κορυφή της ατζέντας του (θα χρησιμοποιήσω μια παλιομοδίτικη λέξη) τη δόξα.
Στο blogging η δόξα μετράται σε hits κι ανταμοίβεται με προτάσεις για εκδόσεις κι επανεκδόσεις.
Βέβαια, κάθε επίδοξος ή φτασμένος συγγραφέας, θα διαρρήξει τα ιμάτιά του σε μια τέτοια εξήγηση. Θα επινοήσει καλύτερες: ανάγκη, προσφορά, έκφραση, κάνω-το-κέφι-μου, ομορφιά, αλήθεια κτλ κτλ.

Αχ Νίτσε, Νίτσε!

Γι αυτό τρελάθηκες! Είδες πολύ βαθιά μέσα στην ανθρώπινη πρόθεση :

"Αληθινά πάντα κάτι μας τραβά- δηλαδή προς το βασίλειο των συννέφων: πάνω σ' αυτά αποθέτουμε τα πολύχρωμα τομάρια μας και τα ονομάζουμε κατόπιν θεούς κι υπερανθρώπους...
...
Αχ, πόσο βαρέθηκα όλα τα ανεπαρκή πράγματα που θέλουν με το ζόρι να είναι γεγονότα!, Αχ, πόσο βαρέθηκα τους ποιητές."

Από το Τάδε έφη Ζαρατούστρα, Για τους ποιητές

Αν πρέπει να αναρωτηθεί κάτι κανείς εδώ, είναι το που βρίσκεται το κακό: στην επιδίωξη της 'δόξας' ή στην μη παραδοχή της επιδίωξης.
Μάλλον στο δεύτερο.

Γιατί το πρώτο είναι κάτι που μας το κληροδοτεί η φύση. Όχι αυτούσιο, αλλά σαν σπόρο που φυτρώνει μέσα στις πέτρες του μυαλού κι όταν ξεμυτίζει στο φως, κανείς δεν ασχολείται με το βούρκο που ρουφάν οι ρίζες του.

Για μένα, "Its elementary, my dear Watson" κι ανοίγω το πουκάμισο για να δεχτώ τις όποιες ομοβροντίες.


Σάββατο, Απριλίου 08, 2006

Ο Μυστηριώδης κύριος Meyrink

Καθώς έψαχνα στο Google φωτογραφίες για το χτεσινό μουHugo Steiner, Γκραβούρες από το βιβλίο του Gustav Meyrink, Το Γκόλεμ post, έπεσα επανειλημμένα πάνω στο παλιό ρολόι της Πράγας κι έτσι άρχισε ο συνειρμός. Πριν δυο χρόνια
είχαμε πάει χειμωνιάτικες διακοπές στην πρωτεύουσα της Τσεχίας. Το ανεκτό κρύο, η γκρίζα ατμόσφαιρα κι η παλιά πόλη, μόλις που επαρκούσαν για να συνθέσει κανείς ένα γοτθικό σκηνικό, αγνοώντας τα πλήθη των τουριστών που κατέκλυζαν την πόλη.

Προσπαθώντας να ζήσω πιο έντονα αυτή τη μαγική πόλη,
για την μυστικιστική παράδοση της οποίας τόσα
είχα διαβάσει, άρχισα να ψάχνω τα βιβλιοπωλεία
αναζητώντας ένα ανάγνωσμα για τον πιο
χαρακτηριστικό μύθο της: το Γκόλεμ.


Hugo Steiner, Γκραβούρες από το βιβλίο του Gustav Meyrink, Το Γκόλεμ
Τριγυρνώντας κατά κύριο λόγο στα τουριστικά αξιοθέατα,
το πρώτο βιβλιοπωλείο που βρήκα, ήταν στην κεντρική
πλατεία, κοντά στο παλιό ρολόι και λεγόταν Κάφκα.
Όχι, χωρίς λόγο. Πρέπει να πω ότι σ' αυτήν την πλατεία
η παρουσία του Κάφκα είναι έντονη.
Εκεί, βρίσκεται ένα από τα σπίτια που έζησε καθώς και το μαγαζί του πατέρα του
που τώρα έχει μετατραπεί στο εν λόγω βιβλιοπωλείο. Ζήτησα από τον υπάλληλο να μου
υποδείξει αγγλικά βιβλία για το θέμα που μ' ενδιέφερε. Και κείνος χωρίς δεύτερη
σκέψη μου πρότεινε το βιβλίο του Gustav Meyrink, “Το Γκόλεμ”.Hugo Steiner, Γκραβούρες από το βιβλίο του Gustav Meyrink, Το Γκόλεμ
Κοιτώντας βιαστικά το βιβλίο, κατ' αρχήν απογοητεύτηκα μιας και πρόκειτο για
μυθιστόρημα, ενώ εγώ έψαχνα μάλλον κάτι λαογραφικό. Όντως βρήκα δύο άλλα μικρά
βιβλία τα οποία και αγόρασα, αφήνοντας πίσω μου τον Μeyrink. Σε δυο μέρες όμως,
αφού είχα ικανοποιήσει λίγο την αρχική μου περιέργεια για το θέμα με τα μικρά βιβλία,
γύρισα πάλι για ν' αγοράσω και το μυθιστόρημα μήπως εκεί έβρισκα κάτι παρά πάνω.
Κι έκανα μια μνημειώδη ανακάλυψη! Hugo Steiner, Γκραβούρες από το βιβλίο του Gustav Meyrink, Το ΓκόλεμΤο Γκόλεμ του Meyrink είναι η πεμπτουσία της Πράγας. Δεν έχω διαβάσει βιβλίο πιο σκοτεινό και τρυφερό, πιο άγιο και διαβολικό μαζί, πιο ονειρικό και αλλόκοτο. Από την αρχή ως το τέλος, έχει κανείς την εντύπωση
ότι το βιβλίο είναι μια παραίσθηση και όραμα συνάμα. Παραίσθηση του συγγραφέα και
του αναγνώστη, και όραμα του ήρωα, του Athanasius Pernath. Το θέμα μου όμως δεν
είναι το βιβλίο αλλά ο μυστηριώδης συγγραφέας του. Ο Gustav Meyrink, ήταν γερμανικής
καταγωγής πλούσιος Τραπεζίτης. Σπόρτσμαν και ντιλετάντε του καιρού, δεν δίστασε
παρόλα αυτά να έρθει σε σύγκρουση με το στρατιωτικό κατεστημένο και να συρθεί να
σύρει σε δίκες εκπροσώπους του.


Hugo Steiner, Γκραβούρες από το βιβλίο του Gustav Meyrink, Το Γκόλεμ
Στην Πράγα είχε πάρει τη μορφή ενός λαϊκού ήρωα, ο ίδιος όμως λίγο ενδιαφερόταν γι αυτά. Περνούσε το καιρό του τριγυρίζοντας τις πιο κακόφημες συνοικίες της πόλης, έπινε ε ύποπτες ταβέρνες, με συνδαιτυμόνες νέους καλλιτέχνες, κυνηγούσε το υπερβατικό
και το αλλόκοτο, συχνά γυρίζοντας βράδια σε νεκροταφεία, όπως διηγείται ένας από τους συντρόφους των περιπάτων του, ο Hugo Steiner, και γενικά πολύ λίγο συναναστρεφόμενος την τάξη του. Το αλλόκοτο σπίτι του ήταν ανοιχτό μόνο στους 'μεμυημένους' και στην πόλη κυκλοφορούσαν φήμες πως αυτός ο μυστήριος άνθρωπος ήταν αλχημιστής, πως είχε απαρνηθεί το χριστιανισμό για χάρη του Βράχμα και πως κατά καιρούς Ινδοί καλόγεροι. έρχονταν να τον επισκεφτούν στην Πράγα.

Δεν θέλησα να ψάξω τη ζωή του παραπάνω.

Επίτηδες.

Οι λεπτομέρειες δεν είναι αρωγοί του μυστηρίου.


Κι εγώ θέλω να μείνω μ' αυτό: ένα μυστηριώδη κύριο που ήρθε από το υπερπέραν να μας φέρει, σα μήνυμα, ένα αλλόκοτο βιβλίο κι ύστερα να βουλιάξει στις άμμους του χρόνου.

Οι εικόνες είναι από την πρώτη έκδοση του Γκόλεμ, χαρακτικά που φιλοτέχνησε ο Hugo Steiner.

Παρασκευή, Απριλίου 07, 2006

Le temps qui passe



Ένα σίγουρο κριτήριο να καταλάβεις ότι έχεις μεγαλώσει είναι όταν αρχίζεις να κρίνεις τις νεώτερες γενιές.
Εγώ μάλλον έχω μεγαλώσει πολύ, γιατί επιδίδομαι στο σπορ συστηματικά.
Αν κάτσω και σκεφτώ τους λόγους των κριτικών μου, θα μπορούσα να τους συνοψίσω στους ακόλουθους.

α. Συντηρητισμός
β. Γλωσσική φτώχεια
γ. Φτηνό γούστο


Μιλάω για τις γενιές των νέων σ' αυτή τη ρημάδα χώρα, γιατί παραέξω δεν ξέρω τι γίνεται (κι ας τα κάνουν γης Μαδιάμ στο Παρίσι).
Αν θέλω όμως να είμαι δίκαιος, πρέπει να τους αναγνωρίσω ελαφρυντικά:
Γεννήθηκαν σε εποχή παχειών αγελάδων (κι ας γκρινιάζουμε συνέχεια για την ανέχειά μας), κι οι χορτάτοι δεν φημίζονται για επαναστάτες.
Ζούνε βουτηγμένοι στα media κι ειδικά στην τηλεόραση, που η αισθητική της τους βάφει τα νύχια και βάζει ζελέ στα μαλλιά.
Και, τέλος, έβγαλαν ή βγάζουν ένα σχολείο του οποίου τα μάτια είχαμε φροντίσει να βγάλουμε εμείς.
Γι αυτό θα απεμπολίσω την κριτική μου, θα αφήσω τους νεώτερους να βρούν το δρόμο τους, θα γυρίσω στον δικό μου (στην τρύπα μου) και θα ψιθυρίσω τις φιλοσοφίες μου:

Η αναμονή
όχι η διάρκεια
μας υποβάλλουν
την Αιωνιότητα.






Πέμπτη, Απριλίου 06, 2006

Επειδή...

Επειδή είμαι άρρωστος,
Επειδή ζηλεύω όλους αυτούς που τράβηξαν κατά Καστελόριζο για την έκλειψη(είχε χτες η ΕΤ3 μιά εκπομπή που αύξησε τη ζήλεια μου),
Επειδή εγώ ούτε το στήλο με το δημοτικό φωτισμό δεν μπορώ να τραβήξω, έτσι όπως είμαι,

Εκδικούμαι παριστάνοντας τον εξωγήινο που μελετάει μιά έκλειψη ουρανού από την παρεμβολή της μπλε φούσκας που λέγεται γη.



View of Earth from Space


Τετάρτη, Απριλίου 05, 2006

Γράψε κι εσύ ένα βιβλίο. Μπορείς!

Όπως οι θρησκείες μεταδίδονται από στόμα σε στόμα, κυρίως μεταξύ των απελπισμένων, έτσι έμαθα κι εγώ το μυστικό: Μπορείς να εκδοθείς! Μόνος! Όχι, τη νύχτα, αλλά επί χρήμασι. Θα παίρνεις το 80% από τα έσοδα!
Ματρόνα η Λούλου, κι έχει και site, το

Μιλάμε για βιβλία, για μουσική, για κινηματογράφο, φωτογραφία, βίντεο ή ότι άλλο τραβάει η ψυχή σας.

Πολύ πρωτοποριακή ιδέα!

Ο δημιουργός της RedHat έχει ανοίξει ένα ηλεκτρονικό εκδοτικό οίκο όπου ο καθένας μπορεί να στείλει το βιβλίο, cd, dvd κτλ προς έκδοση χωρίς απολύτως κανένα κόστος. Τα βιβλία (κτλ) τυπώνονται μόνο όταν ζητήσει κάποιος να τα αγοράσει, δεν στοιχίζουν τίποτα στον δημιουργό τους, αντίθετα του αποφέρουν έσοδα. Στο lulu κυκλοφορούν χιλιάδες τίτλοι κι ήδη έχει δημιουργηθεί μια λίστα best seller.

Do it yourself, εκδοτική δραστηριότητα!

Εμπρός της γης οι χoλιασμένοι δημιουργοί!

Τρίτη, Απριλίου 04, 2006

Εφευρίσκων προγόνους

Aναζητώ στο παρελθόν τα πρόσωπα εκείνα και τα ίχνη που δικαιώνουν την ύπαρξή μου όχι ως παρθενογέννεση, αλλά ως δια μεταλλάξεων δημιουργία. Δημιουργία που σβύνει τα ίχνη της στην άμμο ο άνεμος του χρόνου.
Γι αυτό δύο τινα:

Ένα ποίημα:

Από ένστιχτο γεννάμε προγόνους
Με ανατόμο πρόθεση
Αγαλμάτων κόβουμε χέρια
Να φυρτώσει στη θέση τους
Άφθονη Ηλικία
Και πλαστική στις λέξεις κάνουμε . Καί λίφτιν!
Με εις -εως γενικές
Να φαίνονται παιδούλες αρχαίες

Κι αναρωτιέμαι
Τόση καταχτημένη μαστοροσύνη
Δεν το μπορεί
Να φτιάξει κι ένα άξιο ξόανο
Από την πέτρα του αύριο;

Κι ένας πρόγονος:

Πλατωνικός έρως =μαλακόν παξιμάδιον δια τους μη έχοντας οδόντας
Εμμανουήλ Ροϊδης

Δευτέρα, Απριλίου 03, 2006

Ευχαριστώ Στέλιο!

Πριν λίγο τελείωσε η εκπομπή του Στέλιου Κούλογλου (στην ΕΤ1 με θέμα τον Πολίτη Μπερλουσκόνι) κι έχω μείνει μ' ένα αδιοχεύτετο περίσσεμα διάθεσης για εξέγερση.

Αυτός ο Στέλιος έχει τη μαγική ικανότητα να γαργαλάει τις αριστερές χορδές μου.

Αλλά δεν τον ευχαριστώ γι αυτό, ούτε για την ενημέρωση που δίνει, την οποία δεν είμαι σίγουρος ότι πρέπει να πιστεύω (άλλωστε έχει δείξει ο ίδιος στις εκπομπές του τι εύκολη που είναι η 'δημιουργική' δημοσιογραφία).
Τον ευχαριστώ γιατί στις μονταρισμένες κι όχι ζωντανές εκπομπές του, τις με θέματα όχι τόσο της επικαιρότητας, ή όχι τόσο της εγγύς μας περιφέρειας, νοιώθω μια ζωντάνια κι αμεσότητα και μια γειτνίαση και εγγύτητα.
Κάτι που δεν καταφέρνει τίποτα άλλο 'ζωντανό' , είτε παράθυρα στις ειδήσεις το λένε αυτό (λέτε γι αυτό να αντιπαθώ και τα Windows;), είτε reality, είτε talk show.

Κι επιτέλους ξυπνάει μέσα μου λίγος από κείνο τον παληό διεθνισμό του 60 και του 70. Κι αυτή η αφύπνιση είναι η καλύτερη ψυχαγωγία, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης.

Ισταναλφάβητοι

Max Ernst, The Dark Gods
Ναι, καλά ακούσατε. Και μη θυμώνετε! Γιατί δεν είπα: "Είστε αναλφάβητοι", αλλά "Ισταναλφάβητοι", δηλαδή web illiterates.
Και δεν αναφέρομαι σε σας που τυχόν διαβάζετε αυτό το κειμενάκι (γιατί που αλλού το διαβάζετε παρά στον ιστό, κι άρα δεν είστ' ισταναλφάβητοι), αλλά στους λοιπούς που ξεμακρένουν από το λιμάνι της γνώσης με ταχύτητα ταχύπλοου. Ή για να ακριβολογούμε: που τους εγκαταλείπει το ταχύπλοο της γνώσης στο ερημονήσι τους.

Τι μ' έπιασε και τα λέω αυτά; Μα η απλή διαπίστωση ότι όταν πιά έχω μια απορία για οποιοδήποτε θέμα, δεν έχω παρά να γράψω δυο-τρείς λεξούλες στο δεξί πάνω κουτάκι του firefox μου και να βρώ την απάντηση σε χρόνο μηδέν.

Και το χειρότερο είναι το εξής: ότι για να βγάλεις εισητήριο για το ταχύπλοο της γνώσης, το μόνο που χρειάζεται είναι να κάτσεις μπροστά σ' ένα υπολογιστή με browser(με την ευρεία έννοια, ακόμα και κινητό κάνει) και να γράψεις δυό τρείς λεξούλες.

Κι όμως αυτή η εξαιρετικά απλή διαδικασία αποτελεί είτε τρόμο (τοις πολλοίς), είτε αντικείμενο περιφρόνησης (τοις σοφοίς) για τους παρεπιδημούντες την Ιερουσαλήμ (λέγε με ψαροκώσταινα).

Παιδιά, δεν ξέρω τι θα κάνετε εσείς, αλλά εγώ "τη Δευτέρα μπαρκάρω".

Μιά αφιέρωση στη houlia...

την blogger που της αρέσει η ποίηση, και που διάφορα ζώα ερίζουν πέριξ της φωλιάς της, και που μ' έκανε να ζηλέψω επειδή πήγε στο Καστελόριζο.



Για τα κορίτσια
Άλλοι πρέπει να πάρουν μακρούς δρόμους,
στους σκοτεινούς ποιητές να πάνε.
Πάντα, έναν οποιονδήποτε ρωτάνε
μη κ' είδε να τραγουδά κάποιον,
ή σε χορδές τα δάχτυλα να βάζει.
Μονάχα τα κορίτσια δε ρωτάνε
ποιό γιοφύρι σε κείνες οδηγεί.
Μόνο, που πιο φωτεινά χαμογελούν
κι από ένα περιδέραιο μαργαριτάρια,
που έχει κανείς μες σ' όστρακο ασημένιο.

Κάθε πόρτα από τη ζωή τους ξεκινάει
και σ' ένα Ποιητή πάει
και στον κόσμο.

Ραϊνερ Μαρία Ρίλκε

Σάββατο, Απριλίου 01, 2006

Στοχασμός των τελευταίων ανθρώπων

Όπου ηχούσαν Ωσαννα,
γέρνουν γκρεμισμένοι βουβοί λίθοι
Κάποια σκιάχτρα, κάποια ονείρατα,
θεοί λέγονταν, τους πήρε η λήθη.
Φύγατε κι εσείς αγύριστα,
χρυσοπλάστες της Ιδέας, ω Μύθοι!
Τυφλοί νόμοι στ' άδεια Απέραντα
σπρώχνουν πύρινων αβύσσων πλήθη.
Όμως όμοια ο χρυσομάλλης νεκρός Φοίβος,
όμοια κι ο ήλιος που ζη τώρα ο αβυσσόκοσμος.
Κανείς, θεός ή νόμος, εδώ κάτου
δε μας λύτρωσε και δε θα μας λυτρώση
μήτε από τα νύχια του έρωτα,
μήτε από τα δόντια του θανάτου.

Του Κωστή Παλαμά, από την Ασάλευτη Ζωή





Τ' άλλαξα όλα

Όνομα, διεύθυνση, γλωσσικό προσανατολισμό και προφίλ. Και τη φωτό στο profile κάνα δυό φορές.

Για τρίτη φορά...

Να δούμε αν θα στεριώσω σ' αυτήν την 'ταυτότητα'.

Τουλάχιστον εδώ έχω την ευχέρεια ν' αλλάζω...