Διαφημίσεις

Google
 

Από τη νέα Διεύθυνση

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Παρασκευή, Απριλίου 28, 2006

Η Όγδοη Ιστορία

Karen Dinesen
Στο μέσο της διαδρομής Κοπεγχάγη Ελσινόρη, το τραίνο σταματάει στην περιοχή με το δυσπρόφερτο στους μεσόγειους όνομα Ρούνγκστελουντ. Από το 1991 και μετά πολλοί τουρίστες κατεβαίνουν εδώ, πριν ή αφού επισκεφτούν το θρυλούμενο κάστρο του πρίγκηπα Άμλετ στην Ελσινόρη, στο Άκρο της Ζελάνδης. Αιτία της προσέλευσής τους είναι μια μικρή κι απλή έπαυλη όπου γεννήθηκε κι έζησε μεγάλο μέρος της ζωής της μια αλλιώτικη γυναίκα.
Η δική μου επίσκεψη το 1992 ήταν καθόλα συμπτωματική καθώς αγνοούσα παντελώς την υπάρξή της και τη σημασία της μέχρι τη στιγμή που την είδα σε κάποιο τουριστικό οδηγό στην Κοπεγχάγη. Κι ήταν μόνο ένα χρόνο μετά αφότου έγινε μουσείο.

Από την περιήγησή μου στην έπαυλη λίγα πράγματα έχω κρατήσει στη μνήμη: την απλότητα στη διακόσμηση, την χαρακτηριστική αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε νοτιότερο γεωγραφικό πλάτος, κάποια έπιπλα αφρικάνικης προέλευσης και λίγους πίνακες με πρόσωπα νέγρων που είχε σχεδιάσει η ίδια η ιδιοκτήτρια.
Το οίκημα είναι το επίκεντρο ενός μεγάλου κτήματος 40 περίπου εκταρίων, με κήπους, λοφίσκους και δέντρα. Μονοπάτια επιμελώς καθαρά οδηγούν προμελετημένα τον επισκέπτη στον περίπατό του ενώ παγκάκια με ονόματα των συγγενών και οικείων της παλαιάς οικοδέσποινας, προσφέρουν συχνές ευκαιρίες να ξαποστάσει κανείς.
Το καλοκαίρι, που ο καιρός είναι καλός, το τοπίο έχει ένα ειδυλλιακό χαρακτήρα. Και η θάλασσα του στενού του Όρεσουντ, καθώς κι η απέναντι Σουηδία, τραβάνε συχνά το βλέμμα, ειδικά όταν περπατάει κανείς πάνω στους λοφίσκους.
Στους πρόποδες του λόφου Έβαλντ, που έχει πάρει το όνομά του από ένα παλιό Δανό ποιήτη, ο επισκέπτης συναντά, μάλλον απρόσμενα, μια μεγάλη πέτρινη πλάκα, ακουμπισμένη πάνω στο χορτάρι
σαν μεγάλη πετσέτα στρωμένη για γεύμα στην εξοχή,
σαν κουβέρτα απλωμένη για απογευματινό ύπνο,
σαν χαλί προσευχής,
σαν πόρτα προς ένα μυστικό κόσμο στα έγκατα της γης,
σαν καπάκι ενός κρυμμένου θησαυρού,
σαν ξεχασμένο κορμί που πέτρωσε,
σαν μοναξιά που προσμένει,
σαν τεράστιο ίχνος αποδημητικού,
σαν αγνάντεμα,
σαν μια κυρία...

Είναι ο τάφος της Κάρεν Μπλίξεν.
Ο τάφος της Κάρεν Μπλίξεν
Σ' όλα όσα ήξερα κι έμαθα γι αυτή τη γυναίκα, αυτός ο τάφος είναι η επιτομή. Επιτομή που σημιοδοτούν η θέση (κάτω από το μεγάλο δέντρο), η απλότητα (προοίμιο μεγαλείου), η ταπεινότητα (που μόνο τα μεγάλα πνεύματα αποζητούν), η γήινη επαφή (σαν άγκυρα στο πραγματικό) κι η καθολική αίσθηση ότι σ' αυτόν τον τάφο κάτι ζει έντονα.
Θυμάμαι ότι πλησιάζοντας στον τάφο, σχεδόν έβλεπα την Κάρεν Μπλίξεν, σ' ένα απογευματινό περίπατο να στέκεται κει (ήταν τ' αγαπημενο της σημείο), να γέρνει στο χορτάρι και να ατενίζει το 'Ορεσουντ με μάτια γυάλινα, γιατί τα μάτια που βλέπανε είχαν μείνει πίσω στην Κένυα. Όπως κι ο εραστής της, ο άντρας αυτής της χαμένης γενιάς του πρώτου παγκοσμίου που για χάρη του έγινε Σεχραζάτ.
Την έβλεπα να κινεί τα χείλη σε μια ακόμα ιστορία που μεθοδικά έπλαθε με το μυαλό, σαν μέλισσα την ώρα της παραγωγής μελιού, του μελιού που μόνο πάνω του μπορούσε να κολλήσει ο Ντένις Φίντς Χάτον, ο τυχοδιώκτης κυνηγός και πιλότος που για χάρη του η Κάρεν απαρνήθηκε μέχρι και τη μητρική της γλώσσα κι έγραψε τα μεγάλα έργα της στα Αγγλικά.

Την έβλεπα τέλος να κουράζεται, να κλείνει τα μάτια και να ξαπλώνει, παλεύοντας το παλιό αφροδίσιο που της είχε κληροδοτήσει ο σύζυγός της, και ν' αφουγκράζεται τη γη, το νυφικό και νεκροκρέββατό της.

Το κτήμα κατ' απαίτηση της Μπλίξεν είναι καταφύγιο αποδημητικών πουλιών. Και δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία. Γιατί κι η ζωή της ήταν μια και μοναδική μεγάλη αποδημία προς τα ζεστά κλίματα της Κένιας, όπου ακολούθησε τον σύζυγό της σε μια καταδικασμένη απόπειρα να γίνουν κτηματίες.

Κι όταν ο καιρός 'παραζέστανε' στην Κένυα, το 1931, όταν ο Ντένις Φιντς Χάτον ήταν νεκρός (σκοτώθηκε πέφτοντας με το αεροπλάνο του), όταν είχε καταστραφεί πιά οικονομικά, αποφάσισε να γυρίσει. Να στείλει το σώμα της out of Africa, αλλά να αφήσει για πάντα εκεί την ερωτευμένη ψυχή της, και να γράψει για να βιοποριστεί, γιατί κατά τ' άλλα θεωρούσε αταίριαστο να 'ναι μια γυναίκα συγγραφέας. Το φως της δημοσιότητας είναι 'σκληρό', έλεγε, και δεν κολακεύει μια γυναίκα...

Εκτός από την ταινία του '85 με την Μέρυλ Στρηπ και τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, η μόνη άλλη γνωριμία που είχα με την Μπλίξεν ήταν το πρώτο της βιβλίο, οι Επτά Γοτθικές Ιστορίες, το οποίο θεωρώ διδακτικό εγχειρίδιο του στυλ. Τις εικόνες του βιβλίου είχα στο μυαλό μου κι όχι τις εικόνες της ταινίας, όμως στο Ρούνγκστελουντ, στο γοτθικό βορρά είναι η Αφρική που νικάει. Η 'αληθινή' Αφρική κι όχι η 'ονειρική' Ευρώπη, η Αφρική που μέχρι την τελευταία της πνοή, κατείχε το μυαλό της.

Η Μπλίξεν είχε μυαλό γυναίκας. Δεν είναι προφανές αυτό. Οι περισσότερες γυναίκες έχουν σώμα γυναίκας κι ένα μυαλό που το ακολουθεί. Στην περίπτωση της Μπλίξεν τα πράγματα ήταν αντίστροφα: το σώμα της έτρεχε πάντα πίσω από το μυαλό της, το μυαλό της σκεφτόταν γυναικεία, περίπλοκα με μαίανδρους και δαιδάλους, με συνάφειες και συγγένειες, με κρυφές αποτιμήσεις κι αποστροφές. Κι όπως το μυαλό της ύφαινε συνεχώς ιστορίες, πλέκοντας και ξεπλέκοντας συνεχώς το κουβάρι των αναμνήσεών της, έτσι κι η ζωή της ακολούθησε κι έγινε κι αυτή μια Ιστορία. Μια ιστορία με δράματα (πατέρα που αυτοκτονεί, πρώτο έρωτα που την απαρνίεται, σύζυγο δίδυμο αδελφό του πρώτου έρωτά της, εραστή που σκοτώνεται), με αποδημίες και επιστροφές, με αρρώστια και μοναξιά (τριανταένα χρόνια έμεινε μόνη στο Ρούνγκστελουντ), με το κληρονομημένο όνομα Μπλίξεν και τον τίτλο της βαρώνης που συνεπαγόταν, μια ακόμα γοτθικη ιστορία: η Όγδοη.
Karen Blixen